Το Δεκέμβριο του 2019 αναφέρθηκαν επίσημα στα γραφεία της WHO ανεξήγητα κρούσματα λοιμώξεων του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος από την περιοχή Wuhan της Κίνας. Στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι η τοπική επιδημία οφείλονταν σε έναν νέο ιό, ο οποίος ανήκει στην οικογένεια των κορονοϊών (CoV). Με βάση το εύρημα αυτό η επιδημία που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε ως COVID‑19 το οποίο αποτελεί ακρωνύμιο του “Coronavirus Disease 2019”. Η επιδημία σύντομα έλαβε διαστάσεις πανδημίας, συνιστώντας πρόβλημα παγκόσμιας εμβέλειας.

Ο ΙΟΣ SARS‑CoV‑2

O ιός SARS‑CoV‑2 είναι RNA ιός, του οποίου το γενετικό υλικό κωδικοποιεί 27 διαφορετικές πρωτεΐνες, υπεύθυνες για τη μόλυνση των κυττάρων και την αναπαραγωγή του. Το καψίδιό του περιβάλλεται από φάκελο στον οποίο βρίσκονται προσκολλημένες γλυκοπρωτεΐνες ως ακανθωτές προσεκβολές, που του προσδίδουν χαρακτηριστικό σχήμα κορώνας (στέμματος), απ’ όπου και η ονομασία του. Ειδικότερα, η ονομαζόμενη πρωτεΐνη Spike στην εξωτερική επιφάνεια του ιού αλληλεπιδρά ειδικά με την αγγειοτενσίνη 2, μια πρωτεΐνη της επιφάνειας των ανθρωπίνων κυττάρων την οποία χρησιμοποιεί σαν πύλη εισόδου. Μόλις βρεθεί στο εσωτερικό του κυττάρου, ο ιός απελευθερώνει το γενετικό υλικό του και χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς του ίδιου του κυττάρου για να πολλαπλασιαστεί. Μέσα από μια καλά οργανωμένη και συντονισμένη διαδικασία, οι πρωτεΐνες του ιού μαζί με το γενετικό υλικό αντιγράφονται και επανασυναρμολογούνται σχηματίζοντας έτσι, νέους ιούς που στη συνέχεια απελευθερώνονται από το κύτταρο. Έτσι, ο ιός πολλαπλασιάζεται με τεράστιους ρυθμούς στα ανθρώπινα κύτταρα γεγονός που προδιαθέτει σε συσσώρευση μεταλλαγών (λάθη) κατά την αντιγραφή της γενετικής πληροφορίας του. Οι μεταλλαγές αυτές είτε μειώνουν την επικινδυνότητά του (απενεργοποιητικές) είτε την αυξάνουν (ενεργοποιητικές). Στην τελευταία περίπτωση, η ικανότητα του ιού να προσβάλλει (μολυσματικότητα) και να καταστρέφει τα κύτταρα (κυτταροξικότητα) αυξάνει με δυσμενείς συνέπειες για την ανθρωπότητα.

ΤΡΟΠΟΙ ΜΕΤΑΔΟΣΗΣ

Ο ιός SARS‑CoV‑2 εντοπίζεται κατεξοχήν στη ρινική / φαρυγγική κοιλότητα και στο ρινοφάρυγγα. Έχει παρατηρηθεί ότι η μετάδοση του ιού γίνεται άμεσα από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω σταγονιδίων ρινικών και βρογχικών εκκρίσεων, βήχα καθώς και με άμεση επαφή βλεννογόνων (μάτι). Μολονότι τα σταγονίδια ταξιδεύουν δύο μέτρα στον αέρα, πειραματικά έχει βρεθεί ότι ο ιός παραμένει ζωντανός στα αερολύματα έως και τρεις ώρες. Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί ότι το ιικό φορτίο του ασθενούς είναι μεγαλύτερο κατά την έναρξη των συμπτωμάτων παρά κατά την εξέλιξη της ασθένειας, καθιστώντας πιθανή τη μετάδοση κατά τα πρώτα στάδια της νόσου.

ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Όταν ο ιός προσβάλει τα κύτταρα-στόχους του ανθρώπου, κινητοποιούνται για να τον εξολοθρεύσουν μηχανισμοί τόσο γενικής άμυνας (φυσική ανοσία) όσο και ειδικής άμυνας (επίκτητη ανοσία). Η ενεργοποίηση της φυσικής ανοσίας πραγματοποιείται μέσω της απελευθέρωσης μορίων που σχετίζονται τόσο με τον ιό όσο και με τα προσβεβλημένα κύτταρα. Αυτά τα μόρια ενεργοποιούν κύτταρα της φυσικής άμυνας, τα οποία φαγοκυτταρώνουν («καταβροχθίζουν») και εκθέτουν στην επιφάνειά τους τμήματα του ιού, ενεργοποιώντας με τη σειρά τους άλλα εξειδικευμένα κύτταρα. Παράλληλα, ουσίες που απελευθερώνονται από αυτά δημιουργούν τοπική φλεγμονή που προσελκύει περισσότερα κύτταρα της άμυνας ενισχύοντας, έτσι, τον τοπικό περιορισμό του πολλαπλασιασμού του ιού και της βλάβης του ιστού.

ΠΟΡΕΙΑ ΛΟΙΜΩΞΗΣ/ΝΟΣΟΥ

Από την στιγμή της μόλυνσης με τον ιό, συμπτώματα εμφανίζονται, κατά μέσο όρο, μέσα σε 5-6 ημέρες, ενώ σχεδόν όλοι όσοι νοσήσουν θα εμφανίσουν συμπτώματα μέσα σε 14 ημέρες (όσο διαρκεί η περίοδος καραντίνας). Μετά την εμφάνιση συμπτωμάτων, δύο ειδών τεστ (μοριακά και τεστ αντισωμάτων ορού) χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση του SARS‑CoV‑2, είτε μεμονωμένα είτε συμπληρωματικά, ανάλογα με τη φάση της νόσου (πρώιμη ή όψιμη). Στην οξεία φάση, η εμφάνιση συμπτωμάτων ταυτίζεται χρονικά με αυξημένου «φορτίο» του ιού (όπως εκφράζεται με τη συγκέντρωση του RNA του ιού), το οποίο διατηρείται σε υψηλά επίπεδα την πρώτη εβδομάδα μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Αυτό καθιστά δυνατή τη διάγνωση του ιού με τη χρήση μοριακής εξέτασης, αλλά όχι με τεστ αντισωμάτων, των οποίων η παραγωγή καθυστερεί. Κατά μέσο όρο, τα αντισώματα ανιχνεύονται σε πιο όψιμη φάση της νόσου, συνήθως 2-3 εβδομάδες μετά την έναρξή της. Καθώς τα επίπεδά τους αυξάνονται, παρατηρείται παράλληλα σταδιακή πτώση του ιικού «φορτίου», γεγονός που συνήθως συμπίπτει με τη φάση ανάρρωσης από την νόσο.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ, ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Είναι πλέον γνωστό ότι το 80% των ατόμων που προσβάλλονται από τον SARS‑CoV‑2 είτε θα παραμείνουν ασυμπτωματικοί (άτομα που ενώ έχουν προσβληθεί από τον ιό δεν νοσούν) είτε θα εμφανίσουν ήπια μορφή της νόσου (ήπια γριπώδης συνδρομή), ενώ το υπόλοιπο 20% θα εμφανίσει τη σοβαρή έως κρίσιμη μορφή της. Ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου, η κλινική συμπτωματολογία διαφέρει – ωστόσο, τα 5 συχνότερα συμπτώματα είναι πυρετός, βήχας, αίσθηση αδυναμίας / κόπωσης, σύγχυση και δύσπνοια. Άλλες λιγότερο συχνές συνοδές κλινικές εκδηλώσεις είναι ανοσμία, κατάργηση γεύσης, πόνος στις αρθρώσεις, στους μυς και το λαιμό, ρινική συμφόρηση («μπούκωμα») και καταρροή, ναυτία, έμετος, διάρροια όπως και δερματικές εκδηλώσεις (εξανθήματα).

ΠΡΟΓΝΩΣΗ

Ορισμένες ομάδες ατόμων έχουν αναγνωριστεί ως υψηλού κινδύνου για τη νόσο COVID‑19 με βάση γενικά/κλινικά χαρακτηριστικά – σε αυτές χαρακτηριστικά συγκαταλέγονται οι ηλικιωμένοι ή άτομα με υποκείμενες νόσους (καρδιοπαθείς, νεφροπαθείς, πάσχοντες από νευροεκφυλιστικά νόσηματα κ.α). Μολαταύτα, τα άτομα υψηλού κινδύνου δε νοσούν όλα βαριά, ενώ, από την άλλη πλευρά, σημειώνονται ολοένα και αυξανόμενα περιστατικά βαριάς νόσου ή και θανάτου σε άτομα νεαρής ηλικίας, ακόμα και χωρίς υποκείμενες νόσους. Ιδιαίτερα για το τελευταίο, δεν υπάρχει ακόμα οριστική ερμηνεία, ωστόσο ενδείξεις συσχετίζουν τη δυσμενή έκβαση αυτών των ασθενών με την εμφάνιση έντονης φλεγμονής στα πλαίσια υπέρμετρης λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος.

Το Δεκέμβριο του 2019 αναφέρθηκαν επίσημα στα γραφεία της WHO ανεξήγητα κρούσματα λοιμώξεων του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος από την περιοχή Wuhan της Κίνας. Στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι η τοπική επιδημία οφείλονταν σε έναν νέο ιό, ο οποίος ανήκει στην οικογένεια των κορονοϊών (CoV). Με βάση το εύρημα αυτό η επιδημία που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε ως COVID‑19 το οποίο αποτελεί ακρωνύμιο του “Coronavirus Disease 2019”. Η επιδημία σύντομα έλαβε διαστάσεις πανδημίας, συνιστώντας πρόβλημα παγκόσμιας εμβέλειας.

Ο ΙΟΣ
SARS‑CoV‑2

O ιός SARS‑CoV‑2 είναι RNA ιός, του οποίου το γενετικό υλικό κωδικοποιεί 27 διαφορετικές πρωτεΐνες, υπεύθυνες για τη μόλυνση των κυττάρων και την αναπαραγωγή του. Το καψίδιό του περιβάλλεται από φάκελο στον οποίο βρίσκονται προσκολλημένες γλυκοπρωτεΐνες ως ακανθωτές προσεκβολές, που του προσδίδουν χαρακτηριστικό σχήμα κορώνας (στέμματος), απ’ όπου και η ονομασία του. Ειδικότερα, η ονομαζόμενη πρωτεΐνη Spike στην εξωτερική επιφάνεια του ιού αλληλεπιδρά ειδικά με την αγγειοτενσίνη 2, μια πρωτεΐνη της επιφάνειας των ανθρωπίνων κυττάρων την οποία χρησιμοποιεί σαν πύλη εισόδου. Μόλις βρεθεί στο εσωτερικό του κυττάρου, ο ιός απελευθερώνει το γενετικό υλικό του και χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς του ίδιου του κυττάρου για να πολλαπλασιαστεί. Μέσα από μια καλά οργανωμένη και συντονισμένη διαδικασία, οι πρωτεΐνες του ιού μαζί με το γενετικό υλικό αντιγράφονται και επανασυναρμολογούνται σχηματίζοντας έτσι, νέους ιούς που στη συνέχεια απελευθερώνονται από το κύτταρο. Έτσι, ο ιός πολλαπλασιάζεται με τεράστιους ρυθμούς στα ανθρώπινα κύτταρα γεγονός που προδιαθέτει σε συσσώρευση μεταλλαγών (λάθη) κατά την αντιγραφή της γενετικής πληροφορίας του. Οι μεταλλαγές αυτές είτε μειώνουν την επικινδυνότητά του (απενεργοποιητικές) είτε την αυξάνουν (ενεργοποιητικές). Στην τελευταία περίπτωση, η ικανότητα του ιού να προσβάλλει (μολυσματικότητα) και να καταστρέφει τα κύτταρα (κυτταροξικότητα) αυξάνει με δυσμενείς συνέπειες για την ανθρωπότητα.

ΤΡΟΠΟΙ
ΜΕΤΑΔΟΣΗΣ

Ο ιός SARS‑CoV‑2 εντοπίζεται κατεξοχήν στη ρινική / φαρυγγική κοιλότητα και στο ρινοφάρυγγα. Έχει παρατηρηθεί ότι η μετάδοση του ιού γίνεται άμεσα από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω σταγονιδίων ρινικών και βρογχικών εκκρίσεων, βήχα καθώς και με άμεση επαφή βλεννογόνων (μάτι). Μολονότι τα σταγονίδια ταξιδεύουν δύο μέτρα στον αέρα, πειραματικά έχει βρεθεί ότι ο ιός παραμένει ζωντανός στα αερολύματα έως και τρεις ώρες. Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί ότι το ιικό φορτίο του ασθενούς είναι μεγαλύτερο κατά την έναρξη των συμπτωμάτων παρά κατά την εξέλιξη της ασθένειας, καθιστώντας πιθανή τη μετάδοση κατά τα πρώτα στάδια της νόσου.

ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΤΟΥ
ΑΝΟΣΟΠ/ΚΟΥ
ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Όταν ο ιός προσβάλει τα κύτταρα-στόχους του ανθρώπου, κινητοποιούνται για να τον εξολοθρεύσουν μηχανισμοί τόσο γενικής άμυνας (φυσική ανοσία) όσο και ειδικής άμυνας (επίκτητη ανοσία). Η ενεργοποίηση της φυσικής ανοσίας πραγματοποιείται μέσω της απελευθέρωσης μορίων που σχετίζονται τόσο με τον ιό όσο και με τα προσβεβλημένα κύτταρα. Αυτά τα μόρια ενεργοποιούν κύτταρα της φυσικής άμυνας, τα οποία φαγοκυτταρώνουν («καταβροχθίζουν») και εκθέτουν στην επιφάνειά τους τμήματα του ιού, ενεργοποιώντας με τη σειρά τους άλλα εξειδικευμένα κύτταρα. Παράλληλα, ουσίες που απελευθερώνονται από αυτά δημιουργούν τοπική φλεγμονή που προσελκύει περισσότερα κύτταρα της άμυνας ενισχύοντας, έτσι, τον τοπικό περιορισμό του πολλαπλασιασμού του ιού και της βλάβης του ιστού.

ΠΟΡΕΙΑ
ΛΟΙΜΩΞΗΣ / ΝΟΣΟΥ

Από την στιγμή της μόλυνσης με τον ιό, συμπτώματα εμφανίζονται, κατά μέσο όρο, μέσα σε 5-6 ημέρες, ενώ σχεδόν όλοι όσοι νοσήσουν θα εμφανίσουν συμπτώματα μέσα σε 14 ημέρες (όσο διαρκεί η περίοδος καραντίνας). Μετά την εμφάνιση συμπτωμάτων, δύο ειδών τεστ (μοριακά και τεστ αντισωμάτων ορού) χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση του SARS‑CoV‑2, είτε μεμονωμένα είτε συμπληρωματικά, ανάλογα με τη φάση της νόσου (πρώιμη ή όψιμη). Στην οξεία φάση, η εμφάνιση συμπτωμάτων ταυτίζεται χρονικά με αυξημένου «φορτίο» του ιού (όπως εκφράζεται με τη συγκέντρωση του RNA του ιού), το οποίο διατηρείται σε υψηλά επίπεδα την πρώτη εβδομάδα μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Αυτό καθιστά δυνατή τη διάγνωση του ιού με τη χρήση μοριακής εξέτασης, αλλά όχι με τεστ αντισωμάτων, των οποίων η παραγωγή καθυστερεί. Κατά μέσο όρο, τα αντισώματα ανιχνεύονται σε πιο όψιμη φάση της νόσου, συνήθως 2-3 εβδομάδες μετά την έναρξή της. Καθώς τα επίπεδά τους αυξάνονται, παρατηρείται παράλληλα σταδιακή πτώση του ιικού «φορτίου», γεγονός που συνήθως συμπίπτει με τη φάση ανάρρωσης από την νόσο.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ,
ΚΛΙΝΙΚΕΣ
ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Είναι πλέον γνωστό ότι το 80% των ατόμων που προσβάλλονται από τον SARS‑CoV‑2 είτε θα παραμείνουν ασυμπτωματικοί (άτομα που ενώ έχουν προσβληθεί από τον ιό δεν νοσούν) είτε θα εμφανίσουν ήπια μορφή της νόσου (ήπια γριπώδης συνδρομή), ενώ το υπόλοιπο 20% θα εμφανίσει τη σοβαρή έως κρίσιμη μορφή της. Ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου, η κλινική συμπτωματολογία διαφέρει – ωστόσο, τα 5 συχνότερα συμπτώματα είναι πυρετός, βήχας, αίσθηση αδυναμίας / κόπωσης, σύγχυση και δύσπνοια. Άλλες λιγότερο συχνές συνοδές κλινικές εκδηλώσεις είναι ανοσμία, κατάργηση γεύσης, πόνος στις αρθρώσεις, στους μυς και το λαιμό, ρινική συμφόρηση («μπούκωμα») και καταρροή, ναυτία, έμετος, διάρροια όπως και δερματικές εκδηλώσεις (εξανθήματα).

ΠΡΟΓΝΩΣΗ

Ορισμένες ομάδες ατόμων έχουν αναγνωριστεί ως υψηλού κινδύνου για τη νόσο COVID‑19 με βάση γενικά/κλινικά χαρακτηριστικά – σε αυτές χαρακτηριστικά συγκαταλέγονται οι ηλικιωμένοι ή άτομα με υποκείμενες νόσους (καρδιοπαθείς, νεφροπαθείς, πάσχοντες από νευροεκφυλιστικά νόσηματα κ.α). Μολαταύτα, τα άτομα υψηλού κινδύνου δε νοσούν όλα βαριά, ενώ, από την άλλη πλευρά, σημειώνονται ολοένα και αυξανόμενα περιστατικά βαριάς νόσου ή και θανάτου σε άτομα νεαρής ηλικίας, ακόμα και χωρίς υποκείμενες νόσους. Ιδιαίτερα για το τελευταίο, δεν υπάρχει ακόμα οριστική ερμηνεία, ωστόσο ενδείξεις συσχετίζουν τη δυσμενή έκβαση αυτών των ασθενών με την εμφάνιση έντονης φλεγμονής στα πλαίσια υπέρμετρης λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος.